Τo σκιάχτρο
Είχες δει το φεγγάρι να αργεί
είχες φιλιώσει με τη βροχή
ήσουν ταμένο μόνο στη γη
κι ήσουν σαν πρίγκιπας εκεί
Ώσπου ένα χέρι μια ροδαυγή
δεν άκουσε τη βουβή σου κραυγή
σ’ έκαψε πριν ο ήλιος να βγει
κι ήσουν σαν πρίγκιπας εκεί
Ο ήλιος ψήλωσε πάλι, τράβα κουπί και πετάλι
γυρτό δίποδο ρετάλι, απ’ το σαράκι
φαγωμένο παρτάλι
μ’ ότι σου απέμεινε στο άδειο κεφάλι
ώρα καλή, μες στην αιθάλη
Σε πολιτεία μεγάλη ξέμεινες άκακο σκιάχτρο
δεμένη η τύχη σου γύρω απ’ το απόρθητο κάστρο
της ευτυχίας και των ανθρώπων
της τρομαγμένης φασαρίας και της σιωπής των αγνώστων
Δεμένη η γλώσσα σου, δεμένο δάκρυ στο μάτι
που απ’ το παράδεισό τους σου έδωσαν το τίποτα και κάτι
μέρα χορτάτη απ’ τα πειράγματα
και τ’ όνομά του στο στόμα τους σκόρπια γράμματα
γκρίζος λεκές στη λαμπερή τους εικόνα
σφήνα κακή στον κανόνα και στον σπουδαίο τους αιώνα
έφερνε χειμώνα μέσα στην άνοιξη κι όμως
δε πρόλαβα ούτε εγώ να το γιάνω ούτε ο χρόνος
Αυτό το σκιάχτρο είχε κάτι δικό μου
είχε δροσιά απ’ το θεό μου και μια στιγμή απ’ το γιο μου
τον ουρανό μου και τη γη που αγγίζω
είχε για ταίρι του το γαλάζιο, το γκρίζο
Είχες δει το φεγγάρι να αργεί
είχες φιλιώσει με τη βροχή
ήσουν ταμένο μόνο στη γη
κι ήσουν σαν πρίγκιπας εκεί
Ώσπου ένα χέρι μια ροδαυγή
δεν άκουσε τη βουβή σου κραυγή
σ’ έκαψε πριν ο ήλιος να βγει
κι ήσουν σαν πρίγκιπας εκεί
Κουβέντα πιάνω κάτω απ’ τον ίσκιο το στραβό του
από παλιά είχε το χώμα αδελφό του
ήταν εκεί να του φυλάει τα σπαρμένα
φύτρωσε γύρω μια πόλη τι παράξενη γέννα!
Μπογιατισμένα παλάτια με σιδερένιο στεφάνι
και συ στη μέση, βαλσαμωμένο καπλάνι
να περιμένεις τη νύχτα το φεγγάρι να 'ρθει
να σε κρύψει στο μαύρο μα το φεγγάρι αργεί
Είχες παρέα μια βροχή καλοκαιριάτικη
ταμένο μόνο στη γη κι ήμουν για ώρα εκεί
να μου λιγώνεις τη καρδιά με τη βουβή σου μιλιά
στην ανοιχτή σου αγκαλιά είχαν κουρνιάσει πουλιά
Δεν ήσουν φόβητρο, μα στους ανθρώπους ζημιά
στο γόητρο τους χαλάστρα, αδέξια πινελιά
στο φόντο
ώσπου ένα χέρι μια αυγή σ’ έκανε αστέρι
δε σ’ άκουσε κανείς και κανείς δε το ξέρει
στη μοναξιά ήσουν ταίρι με μια αχυρένια καρδιά
ρούχα από δεύτερο χέρι, κακοντυμένη ομορφιά
Με μια φωτιά τιμωρήσαν τη πιο μικρή απειλή
χαθήκαν κι άλλοι έτσι, ώρα σου καλή
El desgraciado
Habías visto la luna retrasarse
habías besado la lluvia
estabas tenso solo en la tierra
y eras como un príncipe allí
Hasta que una mano, un arcoíris
no escuchó tu silencioso grito
te quemó antes de que saliera el sol
y eras como un príncipe allí
El sol volvió a subir, rema y pedalea
vuelta de dos patas, retorcido
un trozo de pastel comido
con lo que te quedaba en la cabeza vacía
buen momento, en la penumbra
En un gran estado te quedaste, desdichado desgraciado
atado tu destino alrededor del castillo inexpugnable
de la felicidad y de la gente
del aterrador ruido y del silencio de los desconocidos
Atada tu lengua, una lágrima atada en el ojo
que de su paraíso te dieron la nada y algo
día saciado de burlas
y su nombre en sus bocas dispersas letras
tachones grises en su brillante imagen
mancha mala en la regla y en su gran siglo
traía invierno en primavera y aún así
ni yo ni el tiempo pudimos alcanzarlo
Este desgraciado tenía algo mío
tenía frescura de mi dios y un momento de mi hijo
mi cielo y la tierra que toco
tenía como pareja el azul, el gris
Habías visto la luna retrasarse
habías besado la lluvia
estabas tenso solo en la tierra
y eras como un príncipe allí
Hasta que una mano, un arcoíris
no escuchó tu silencioso grito
te quemó antes de que saliera el sol
y eras como un príncipe allí
Conversación bajo su torcido sombra
desde antiguo tenía la tierra su hermano
estaba allí para cuidar lo sembrado
creció alrededor una ciudad qué extraño nacimiento!
Palacios pintados con corona de hierro
y tú en medio, capullo embalsamado
esperando la noche que la luna llegue
para esconderte en la oscuridad pero la luna se retrasa
Tenías compañía de una lluvia veraniega
tenso solo en la tierra y estuve allí por horas
para que me calmaras el corazón con tu silencioso hablar
en tus abiertos brazos habían revoloteado pájaros
No eras un espanto, pero daño a la gente
desastre en su encanto, pincelada torpe
en el fondo
hasta que una mano, una aurora te convirtió en estrella
nadie te escuchó y nadie lo sabe
en la soledad eras pareja con un corazón de paja
ropa de segunda mano, mal vestida belleza
Con un fuego castigaron la amenaza más pequeña
se perdieron otros así, buen momento
Escrita por: B.D.Foxmoor / Sadahzinia